δώδεκα


δώδεκα
двенадцать

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δώδεκα" в других словарях:

  • δώδεκα — twelve indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δώδεκα — (AM δώδεκα) απόλυτο αριθμητικό που εκφράζει ποσότητα δέκα και δυο μονάδων νεοελλ. για χρονολογία ή με παράλειψη τού ουσ. που δηλώνει χρόνο («περπατά στα δώδεκα [χρόνια]», «στις δώδεκα [το μεσημέρι]»). [ΕΤΥΜΟΛ. < *δFω δεκα (βλ. δύο) που… …   Dictionary of Greek

  • δώδεκα- — α συνθετικό λέξεων, επιθέτων κυρίως, που δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β συνθετικό υπάρχει ή γίνεται δώδεκα φορές …   Dictionary of Greek

  • δώδεκα — [додека] αριθμ. двенадцать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δώδεκα — απόλ. αριθμ. που δηλώνει μια δεκάδα και δύο μονάδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δώδεκα Αποστόλων, μονή — Γυναικείο μοναστήρι στον νομό Καρδίτσης, γνωστό και με την ονομασία Κόκκινη Εκκλησιά. Εξαρτάται από τη μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων (έδρα Καρδίτσα). Ιδρύθηκε το 1940 …   Dictionary of Greek

  • Μηναία — Δώδεκα λειτουργικά βιβλία της Βυζαντινής Εκκλησίας, στα οποία περιέχονται οι ακολουθίες των γιορτών και της ζωής των αγίων του εκκλησιαστικού έτους, που καλύπτουν το διάστημα από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 31η Αυγούστου. Τα πρώτα Μ. εκδόθηκαν στη …   Dictionary of Greek

  • δώδεκ' — δώδεκα , δώδεκα twelve indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δώδεχ' — δώδεκα , δώδεκα twelve indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δωδεκάμισυ — δώδεκα και μισό …   Dictionary of Greek

  • Απόστολοι — I Στη χριστιανική εκκλησία είναι οι δώδεκα μαθητές του Ιησού Xpιστού, τους οποίους διάλεξε προσωπικά ο ίδιος και στους οποίους έδωσε το τιμητικό όνομα του Αποστόλου (Λουκ. στ’ 12 31). Αρχικά Α. ονομάζονταν οι δώδεκα μαθητές του Κυρίου, ο αριθμός… …   Dictionary of Greek